Copernicus: στο 52% της Ευρώπης καταγράφηκε πολύ ισχυρό θερμικό στρες
Πρόκειται για το μεγαλύτερο ποσοστό ευρωπαϊκής επικράτειας που έχει εκτεθεί σε αυτό το επίπεδο θερμικού στρες σε μία θερινή περίοδο.

Λίγο περισσότερο από το μισό της Ευρώπης, το 52%, βρέθηκε έστω και για ένα χρονικό διάστημα σε συνθήκες «πολύ ισχυρού» θερμικού στρες το καλοκαίρι του 2026, σύμφωνα με νέα ανάλυση της Υπηρεσίας Κλιματικής Αλλαγής Copernicus που δημοσιοποιήθηκε την Παρασκευή 2 Οκτωβρίου.
Το Copernicus ορίζει το επίπεδο αυτό ως συνδυασμό θερμοκρασίας και υγρασίας που γίνεται αισθητός από τον ανθρώπινο οργανισμό σαν θερμοκρασία τουλάχιστον 38 βαθμών Κελσίου. Δεν πρόκειται μόνο για τη θερμοκρασία του αέρα: η υγρασία, ο άνεμος και η ηλιακή ακτινοβολία επηρεάζουν την ικανότητα του σώματος να αποβάλλει θερμότητα.
Ρεκόρ έκθεσης και κίνδυνοι για την υγεία
Η Δυτική Ευρώπη κατέγραψε δεκατρείς ημέρες με πολύ ισχυρό θερμικό στρες μέσα στο καλοκαίρι. Οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι αφορούν ανθρώπους που εργάζονται σε εξωτερικούς χώρους, ηλικιωμένους και άτομα με καρδιαγγειακά νοσήματα ή διαβήτη. Τα συμπτώματα μπορούν να περιλαμβάνουν ταχυκαρδία, ναυτία και ζάλη, ενώ η θερμοπληξία αποτελεί επείγον και δυνητικά θανατηφόρο περιστατικό.
Τα πρωτογενή στοιχεία του Copernicus δείχνουν ότι το καλοκαίρι του 2026 ήταν το θερμότερο που έχει καταγραφεί στη Δυτική Ευρώπη, με μέση θερμοκρασία 21,69 βαθμούς Κελσίου — 2,54 βαθμούς πάνω από τον μέσο όρο της περιόδου 1991–2020. Για το σύνολο της Ευρώπης ήταν το τρίτο θερμότερο καλοκαίρι στη βάση δεδομένων ERA5.
Τι δείχνει — και τι δεν δείχνει — το 52%
Το ποσοστό αφορά την έκταση που εκτέθηκε κάποια στιγμή στις συγκεκριμένες συνθήκες. Δεν σημαίνει ότι το 52% των κατοίκων βρισκόταν διαρκώς σε ακραία ζέστη, ούτε αποτελεί από μόνο του καταγραφή θανάτων ή νοσηλειών. Είναι όμως ισχυρή ένδειξη ότι η προστασία από τη ζέστη χρειάζεται να ενσωματωθεί στον σχεδιασμό εργασίας, υγείας, πόλεων και δημόσιων εκδηλώσεων.
Στην ίδια αποτίμηση, το Copernicus κατέγραψε τις χαμηλότερες θερινές ροές ποταμών στην Ευρώπη εδώ και περισσότερες από τρεις δεκαετίες, συνδέοντας τη θερμική καταπόνηση με ευρύτερες πιέσεις σε νερό, οικοσυστήματα και παραγωγή.